Μετάφραση του "Prostitution" σε Ελληνικά

Οι πορνεία, Πορνεία, εκπόρνευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Prostitution" σε Ελληνικά.

Prostitution noun Noun feminine γραμματική

ältestes Gewerbe der Welt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πορνεία

    noun feminine

    Das Leisten sexueller Dienste für Geld oder eine andere Art der Vergütung.

    Rosa ging der Prostitution nach, war alkoholsüchtig und drogenabhängig.

    Η Ρόζα είχε επιδοθεί στην πορνεία, καθώς και στην κατάχρηση οινοπνευματωδών και στη χρήση ναρκωτικών.

  • Πορνεία

    η πρακτική της προσφοράς προς συνουσία έναντι χρηματικής αμοιβής

    Unser Kampf hat nichts mit Alkohol, Prostitution und Rauschgift zu tun!

    O αγώνας μας δεν έχει σχέση με πορνεία και ναρκωτικά

  • εκπόρνευση

    Auch im Rahmen sportlicher Großereignisse wird oft professioneller Menschenhandel betrieben, um Frauen zur Prostitution zu zwingen.

    Τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα αποτελούν ευκαιρία και για τη διεξαγωγή εμπορίας ανθρώπων, στην οποία οι γυναίκες υποχρεώνονται σε εκπόρνευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Prostitution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Prostitution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη