Μετάφραση του "Proton" σε Ελληνικά
Το πρωτόνιο είναι η μετάφραση του "Proton" σε Ελληνικά.
Proton
noun
neuter
masculine
γραμματική
Wasserstoffion (Positiv) (fachsprachlich) [..]
-
πρωτόνιο
noun neuterelektrisch positiv geladenes Baryon [..]
Nicht breiter als ein Proton, aber mit Schwerkraftfeldern wie ein schwarzes Loch.
Όχι πλατύτερο από ένα πρωτόνιο, αλλά με βαρυτικά πεδία τόσο ισχυρά όσο μιας μαύρης τρύπας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Proton " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Proton"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη