Μετάφραση του "Prunk" σε Ελληνικά

Οι μεγαλείο, επιδεικνύω, μεγαλοπρέπεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Prunk" σε Ελληνικά.

Prunk noun masculine γραμματική

Verschleuderung (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγαλείο

    noun neuter
  • επιδεικνύω

    verb
  • μεγαλοπρέπεια

    Dieser Pomp und Prunk war seinem Empfinden nach nicht mit der Schlichtheit des Evangeliums vereinbar.

    Ο Σερβέτος δεν μπορούσε να συμβιβάσει εκείνη τη μεγαλοπρέπεια και τη χλιδή με την απλότητα του Ευαγγελίου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χλιδή
    • λαμπρότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Prunk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Prunk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη