Μετάφραση του "Prunk" σε Ελληνικά
Οι μεγαλείο, επιδεικνύω, μεγαλοπρέπεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Prunk" σε Ελληνικά.
Prunk
noun
masculine
γραμματική
Verschleuderung (umgangssprachlich)
-
μεγαλείο
noun neuter -
επιδεικνύω
verb -
μεγαλοπρέπεια
Dieser Pomp und Prunk war seinem Empfinden nach nicht mit der Schlichtheit des Evangeliums vereinbar.
Ο Σερβέτος δεν μπορούσε να συμβιβάσει εκείνη τη μεγαλοπρέπεια και τη χλιδή με την απλότητα του Ευαγγελίου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χλιδή
- λαμπρότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Prunk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη