Μετάφραση του "Psoriasis" σε Ελληνικά

Το ψωρίαση είναι η μετάφραση του "Psoriasis" σε Ελληνικά.

Psoriasis noun Noun feminine γραμματική

Psoriasis (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψωρίαση

    noun feminine

    Ich hatte Schwierigkeiten mit den Nerven und bekam Psoriasis (Schuppenflechte).

    Είχα πρόβλημα με τα νεύρα μου και προσβλήθηκα από ψωρίαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Psoriasis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Psoriasis"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Psoriasis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη