Μετάφραση του "Querverbindung" σε Ελληνικά

Το σχέση είναι η μετάφραση του "Querverbindung" σε Ελληνικά.

Querverbindung noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέση

    noun

    Drei verschiedene Formen der Solidarität also, zwischen denen keine für den Bürger erkennbare Querverbindungen bestehen.

    Πρόκειται για τρεις διαφορετικές μορφές υποστήριξης, τη σχέση των οποίων δεν αντιλαμβάνονται σαφώς οι πολίτες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Querverbindung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Querverbindung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη