Μετάφραση του "Radon" σε Ελληνικά

Οι ραδόνιο, ραδονιο, ραδόνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Radon" σε Ελληνικά.

Radon noun neuter γραμματική

radioaktives, sehr wenig reaktionsfähiges Edelgas; Zeichen: Rn [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ραδόνιο

    noun neuter

    Radioaktives chemisches Element mit dem Symbol Rn und der Ordnungszahl 86, farbloses Edelgas.

    Radon unterscheidet sich allerdings insofern von den anderen Edelgasen, als es radioaktiv ist.

    Το ραδόνιο, ωστόσο, διαφέρει από τα άλλα πέντε ευγενή αέρια στο ότι είναι ραδιενεργό.

  • ραδονιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Radon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

radon
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ραδόνιο

    noun neuter

    B. durch Radon und Rauch, kann darüber hinaus krebsauslösend sein.

    Η ρύπανση των εσωτερικών χώρων από ραδόνιο και καπνό μπορεί επίσης να προκαλέσει καρκίνο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Radon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη