Μετάφραση του "Raumpflegerin" σε Ελληνικά

Το καθαρίστρια είναι η μετάφραση του "Raumpflegerin" σε Ελληνικά.

Raumpflegerin

Raumkosmetikerin (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρίστρια

    noun feminine

    Am nächsten Tag genoss Miranda einen einsamen Moment mit ihren Rechnungen und ihrer Raumpflegerin.

    Την επομένη, η Μιράντα είχε μοναχικές στιγμές με λογαριασμούς και την καθαρίστρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Raumpflegerin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Raumpflegerin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη