Μετάφραση του "Rauschgift" σε Ελληνικά

Το ναρκωτικό είναι η μετάφραση του "Rauschgift" σε Ελληνικά.

Rauschgift noun Noun neuter γραμματική

Stoff (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναρκωτικό

    noun neuter

    Dieses Rauschgift, dieses schleichende Übel, hätte andernfalls Leben zerstört.

    Αυτό το ναρκωτικό, το διαβολόπραγμα, που αν δεν το σταματούσες θα συνέτριβε τις ζωές τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rauschgift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rauschgift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη