Μετάφραση του "Rauschgift" σε Ελληνικά
Το ναρκωτικό είναι η μετάφραση του "Rauschgift" σε Ελληνικά.
Rauschgift
noun
Noun
neuter
γραμματική
Stoff (umgangssprachlich)
-
ναρκωτικό
noun neuterDieses Rauschgift, dieses schleichende Übel, hätte andernfalls Leben zerstört.
Αυτό το ναρκωτικό, το διαβολόπραγμα, που αν δεν το σταματούσες θα συνέτριβε τις ζωές τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Rauschgift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη