Μετάφραση του "Recherche" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, αναζήτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Recherche" σε Ελληνικά.
Recherche
noun
Noun
feminine
γραμματική
Retrieval (fachsprachlich)
-
έρευνα
nounNun, ihr seht, wir haben ein bisschen Recherche betrieben.
Τώρα, βλέπετε, έχουμε μια μικρή έρευνα που λειτουργεί.
-
αναζήτηση
noun feminineBerufserfahrung auf dem Gebiet der Recherche in Dokumenten, die in unterschiedlicher Form (Papier, digital, Microfiche, audiovisuell) vorliegen
Επαγγελματική πείρα στην αναζήτηση εγγράφων σε διάφορα υποθέματα (χαρτί, ψηφιακή εγγραφή, μικροφίλμ, οπτικοακουστικά μέσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Recherche " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Recherche" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τεκμηριωτική έρευνα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη