Μετάφραση του "Rechnung" σε Ελληνικά

Οι λογαριασμός, τιμολόγιο, Τιμολόγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rechnung" σε Ελληνικά.

Rechnung noun feminine γραμματική

Faktura (österr.) (schweiz.) (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογαριασμός

    noun masculine

    Ich habe noch eine Rechnung mit ihm offen.

    Έχω ένα ανοιχτό λογαριασμό μαζί του.

  • τιμολόγιο

    noun neuter

    Name des Unternehmens, das als Einführer tätig ist und an das das Unternehmen die Rechnung direkt ausgestellt hat

    H επωνυμία της εταιρείας που ενεργεί ως εισαγωγέας για την οποία εκδίδεται το τιμολόγιο απευθείας από την εταιρεία.

  • Τιμολόγιο

    Dokument im Geschäftsverkehr: listet alle Produkte, Dienstleistungen und Preise auf, die der Kunde zu entrichten hat. Dient zur Verrechnung der Umsatzsteuer.

    Rechnung, aus der wenigstens der Abfahrts- und Bestimmungsort, die Anzahl der Fahrgäste und die Reisedaten hervorgehen.

    Τιμολόγιο στο οποίο εμφαίνονται, τουλάχιστον, ο τόπος αναχώρησης και άφιξης, ο αριθμός των επιβατών και οι ημερομηνίες του ταξιδιού

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δελτίο παροχής υπηρεσιών
    • λογισμός
    • υπολογισμός
    • Χρέωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rechnung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

rechnung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκδίδω τιμολόγιο

    Wenn ja, wann muss eine Rechnung ausgestellt werden?

    Εάν ναι, μέχρι πότε πρέπει να εκδοθεί τιμολόγιο;

Εικόνες με "Rechnung"

Φράσεις παρόμοιες με "Rechnung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rechnung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη