Μετάφραση του "Recht" σε Ελληνικά

Οι δίκαιο, δικαίωμα, δικαιοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Recht" σε Ελληνικά.

Recht noun neuter γραμματική

Konzession (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίκαιο

    noun neuter

    Norm oder Befugnis

    Es komme häufig vor im Recht, dass sich Rechtsgrundlagen teilweise überschnitten.

    Όπως επισημαίνει, το φαινόμενο της μερικής επικαλύψεως νομικών βάσεων είναι συχνό στο δίκαιο.

  • δικαίωμα

    noun neuter

    Jeder, ohne Unterschied, hat das Recht auf gleichen Lohn für gleiche Arbeit.

    Καθένας, χωρίς διαφορά, έχει το δικαίωμα ίσου μισθού για ίση εργασία.

  • δικαιοσύνη

    noun feminine

    Die korrekte Anwendung vom Gesetz im Unterschied zur Willkür.

    Opfer haben ein legitimes Interesse daran zu erfahren, dass dem Recht Geltung verschafft wird.

    Τα θύματα έχουν έννομο συμφέρον να διαπιστώσουν ότι αποδίδεται δικαιοσύνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • er ist zu Recht stolz darauf
    • δίκαιο | BGB: αστικό δίκαιο
    • δίκιο
    • νόμος
    • προνόμιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Recht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

recht adjective Adjective adverb γραμματική

ziemlich (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεξιός

    noun

    Die Bibliothek liegt rechts.

    Η βιβλιοθήκη είναι στα δεξιά.

  • σωστός

    adjective

    Ich war zur rechten Zeit am rechten Ort.

    Ήμουν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.

  • δίκαιος

    adjective masculine

    " Einen jeglichen dünkt sein Weg recht ", Byron.

    Πας ανήρ φαίνεται εαυτώ δίκαιος, Μπάιρον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεξιά
    • ακέραιος
    • αρκετά
    • αρκούντως
    • ίσιος
    • ορθός
    • κατάλληλος

Φράσεις παρόμοιες με "Recht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Recht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη