Μετάφραση του "Rechtfertigung" σε Ελληνικά
Οι δικαίωση, δικαιολογία, αιτιολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rechtfertigung" σε Ελληνικά.
Rechtfertigung
noun
feminine
γραμματική
-
δικαίωση
nounDu musst mir für das, was ich tat, eine Rechtfertigung geben.
Τόνι, πρέπει να μου δώσεις κάποια δικαίωση για ό, τι έκανα.
-
δικαιολογία
noun feminineDie Rechtfertigung ist schlimmer als die Tat.
Η δικαιολογία είναι χειρότερη από την πράξη.
-
αιτιολόγηση
nounDie einheitliche Währung hat diese wirtschaftliche Rechtfertigung nicht nötig.
Το ενιαίο νόμισμα δεν έχει ανάγκη από αυτή την οικονομική αιτιολόγηση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δικαιολόγηση
- απολόγηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Rechtfertigung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Rechtfertigung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνταγματική δικαιολογία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη