Μετάφραση του "Reiben" σε Ελληνικά
Οι τρίψιμο, τρίβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reiben" σε Ελληνικά.
Reiben
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
τρίψιμο
Hierher gehört auch Käse, der nach dem Reiben agglomeriert ist.
Υπάγονται στους κωδικούς αυτούς τα τυριά, τα οποία μετά το τρίψιμο έχουν συσσωματωθεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Reiben " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
reiben
verb
γραμματική
schubbern (norddt.) (umgangssprachlich) [..]
-
τρίβω
verbIch kam rein, sie kam auf mich zu und rieb sich an mir, ohne was zu sagen.
Mε το που μπαίνω μέσα, έρχεται δίχως καν να πει γεια, κι αρχίζει να τρίβεται επάνω μου.
Φράσεις παρόμοιες με "Reiben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τρίφτης
-
τριμμένος
-
τρίβω · τσακώνομαι
-
τρίφτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη