Μετάφραση του "Reim" σε Ελληνικά

Οι ομοιοκαταληξία, ρίμα, Ομοιοκαταληξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reim" σε Ελληνικά.

Reim noun masculine γραμματική

Die Wiederholung ähnlicher Laute in zwei oder mehr Wörtern.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομοιοκαταληξία

    noun feminine

    Seht an, wie er mit dem einfachsten Reim kämpft.

    Κοίτα τον που παιδεύεται με την πιο απλή ομοιοκαταληξία.

  • ρίμα

    Troubadoure fanden also das richtige Wort oder den passenden Reim für ihre schönen Verse.

    Έτσι, οι τροβαδούροι μπορούσαν να βρουν τη σωστή λέξη ή ρίμα που θα ταίριαζε στους περίτεχνους στίχους τους.

  • Ομοιοκαταληξία

    Verbindung von Wörtern mit ähnlichem Klang

    Seht an, wie er mit dem einfachsten Reim kämpft.

    Κοίτα τον που παιδεύεται με την πιο απλή ομοιοκαταληξία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη