Μετάφραση του "Religion" σε Ελληνικά

Οι θρησκεία, θρήσκευμα, θρησκευτικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Religion" σε Ελληνικά.

Religion noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρησκεία

    noun feminine

    Glaubenssystem mit metaphysischem oder transzendenten Inhalt

    Die Folge sind Religionen bar jeder Lehre.

    Ο καρπός που προκύπτει είναι θρησκεία απογυμνωμένη από δόγματα.

  • θρήσκευμα

    Darüber hinaus verweist er auf die wiederholten Angriffe und Anschläge auf Vertreter und Gläubige nicht islamischer Religionen.

    Επισημαίνει επίσης ότι σημειώνονται επανειλημμένως επιθέσεις και εγκληματικές απόπειρες εναντίον εκπροσώπων και πιστών που δεν ανήκουν στο μουσουλμανικό θρήσκευμα.

  • θρησκευτικά

    adjective

    Wie wird in der großen Drangsal mit den ‘Bäumen’, sprich Religionen, verfahren, die faule Früchte hervorbringen?

    Στη μεγάλη θλίψη, τι θα κάνει ο Ιεχωβά στα θρησκευτικά “δέντρα” που παράγουν άχρηστους καρπούς;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θρήσκευμα | θρησκεία
    • Θρησκεία
    • θρησκευτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Religion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Religion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Religion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη