Μετάφραση του "Rendite" σε Ελληνικά

Οι απόδοση, απόδοση κεφαλαίου, μέρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rendite" σε Ελληνικά.

Rendite noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδοση

    noun

    Finanzanlagen von unterschiedlicher wirtschaftlicher Qualität erfordern unterschiedliche Renditen.

    Οι διαφορετικές οικονομικές επενδύσεις έχουν και διαφορετική απόδοση.

  • απόδοση κεφαλαίου

    Zudem würden die Kapitalanforderungen und die von den Investoren verlangte Rendite höher ausfallen.

    Κατά συνέπεια, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και η απόδοση κεφαλαίου που ζητούν οι επενδυτές θα είναι επίσης υψηλότερες.

  • μέρισμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rendite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rendite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη