Μετάφραση του "Rennen" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, κούρσα, τρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rennen" σε Ελληνικά.

Rennen noun Noun neuter γραμματική

Wettrennen (um)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine

    Aber wie bei jedem guten Rennen läuft nicht alles perfekt.

    Όπως ο κάθε καλός αγώνας, δεν πάει ποτέ ακριβώς όπως τον περιμένεις.

  • κούρσα

    Wir wetteten auf das nächste Rennen und gewannen es auch.

    Στοιχηματίσαμε και στην επόμενη κούρσα και κερδίσαμε και εκεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rennen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

rennen verb γραμματική

wetzen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρέχω

    verb

    Μετακινούμαι γρήγορα εναλλάσσοντας γρήγορα πηδήματα με το ένα και το άλλο πόδι.

    Tom rannte, um den letzten Zug zu erreichen.

    Ο Τομ έτρεξε να προλάβει το τελευταίο τρένο.

  • φυλή

    noun feminine

    Das Rennen in dem er wirklich interessiert war war das menschliche Rennen.

    Ο αγώνας που τον ενδιέφερε πραγματικά ήταν η ανθρώπινη φυλή.

Φράσεις παρόμοιες με "Rennen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rennen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη