Μετάφραση του "Rentner" σε Ελληνικά

Το συνταξιούχος είναι η μετάφραση του "Rentner" σε Ελληνικά.

Rentner noun Noun masculine γραμματική

Pensionist (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταξιούχος

    noun masculine

    Ich wäre sehr gern alt geworden und als Rentner durch ganz Europa gereist!

    Θα ήθελα όμως να γεράσω, να γίνω συνταξιούχος για να γυρίσω όλη την Ευρώπη!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rentner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rentner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη