Μετάφραση του "Reputation" σε Ελληνικά
Οι φήμη, υπόληψη, αίγλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reputation" σε Ελληνικά.
Reputation
noun
Noun
feminine
γραμματική
(guter) Ruf
-
φήμη
noun feminineAb heute bin ich nicht länger Wissenschaftlerin, die eine Reputation zu schützen hätte.
Από σήμερα, δεν είμαι πια επιστήμονας με φήμη την οποία πρέπει να προστατέψω.
-
υπόληψη
noun feminineIn einem gut funktionierenden wettbewerbsorientierten Markt reicht die Reputation aus, um die Qualität der Ratings zu gewährleisten.
Σε μια καλώς λειτουργούσα ανταγωνιστική αγορά, η υπόληψη αρκεί για να εξασφαλίσει την ποιότητα των πιστωτικών αξιολογήσεων.
-
αίγλη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Reputation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη