Μετάφραση του "Reserve" σε Ελληνικά

Οι απόθεμα, εφεδρεία, αποθεματικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reserve" σε Ελληνικά.

Reserve noun Noun feminine γραμματική

zweite Garnitur (abwertend)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόθεμα

    noun

    den Anteil der erhaltenen Zahlung, der in die nationale Reserve oder die regionalen Reserven zurückfällt.

    το ποσοστό της ληφθείσας ενίσχυσης που επιστρέφεται στο εθνικό απόθεμα ή το περιφερειακό απόθεμα.

  • εφεδρεία

    noun

    Vielleicht glaubte er, seine Reserve sei nicht stark genug.

    Από την άλλη, μπορεί να έκρινε ότι η εφεδρεία του δεν ήταν αρκετά ισχυρή για τη δουλειά.

  • αποθεματικό

    Noun

    Es werden keine Mittel in eine Reserve eingestellt.

    Κανένα ποσό δεν μπορεί να εγγραφεί σε αποθεματικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρακαταθήκη
    • ρεζέρβα
    • επιφύλαξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reserve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

reserve
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόθεμα

    noun

    Dieses Verfahren wird bis zur Erschöpfung der Reserve angewandt.

    Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται μέχρι να εξαντληθεί το απόθεμα.

Φράσεις παρόμοιες με "Reserve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποθεματικός · εφεδρικός
  • Geld zur Sicherheit (für Notfall). Es ist KAPITAL, das in Betrieben als RESERVE halten. _ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ · αποθεματικά · αποθεματικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reserve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη