Μετάφραση του "Resilienz" σε Ελληνικά

Οι ανθεκτικότητα, ακαμψιμότητα, ψυχολογική αντοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Resilienz" σε Ελληνικά.

Resilienz Noun γραμματική

Resilienz (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθεκτικότητα

    Noun

    Ein gesundes Ökosystem zur Unterstützung der landwirtschaftlichen Produktivität und Resilienz

    Ένα υγιές οικοσύστημα που στηρίζει τη γεωργική παραγωγικότητα και ανθεκτικότητα

  • ακαμψιμότητα

  • ψυχολογική αντοχή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Resilienz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Resilienz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη