Μετάφραση του "Ressource" σε Ελληνικά
Οι πόρος, μέσα, πόροι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ressource" σε Ελληνικά.
Jeder Teil der Umwelt, der von einem Organismus genutzt werden kann.
-
πόρος
noun masculineSache, aus der ein ökonomischer Nutzen gezogen werden kann
Die illegale Ausbeutung natürlicher Ressourcen ist ein weiteres großes Problem.
" παράνομη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων αποτελεί ένα ακόμη τεράστιο πρόβλημα.
-
μέσα
nounJeder Teil der Umwelt, der von einem Organismus genutzt werden kann.
Artikel 34 behandelt die erforderlichen personellen und materiellen Ressourcen.
Το άρθρο αυτό αναφέρεται στο προσωπικό και τα υλικά μέσα.
-
πόροι
nounJeder Teil der Umwelt, der von einem Organismus genutzt werden kann.
Die illegale Ausbeutung natürlicher Ressourcen ist ein weiteres großes Problem.
" παράνομη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων αποτελεί ένα ακόμη τεράστιο πρόβλημα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πηγές
- πηγή
- πάγιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ressource " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Ressource" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπλήρωση των πλουτοπαραγωγικών πόρων
-
στατικός πόρος
-
αποκλειστικός πόρος
-
εταιρικός πόρος
-
Φυσικοί πόροι
-
πόρος καθοδήγησης
-
χρήση επιτόπιων πόρων
-
ενσωματωμένος πόρος