Μετάφραση του "Rezession" σε Ελληνικά
Οι ύφεση, κάμψη, οικονομική ύφεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rezession" σε Ελληνικά.
schwächelnde Konjunktur (umgangssprachlich)
-
ύφεση
noun feminineύφεση στην οικονομία
Die weltweite Rezession und die sinkenden Ölpreise führten zu einem weiteren Absatzrückgang bei Milchprodukten.
Η παγκόσμια ύφεση και η πτώση των τιμών του πετρελαίου οδήγησαν σε περαιτέρω μείωση των πωλήσεων γαλακτοκομικών προϊόντων.
-
κάμψη
Eine Rezession könnte die tiefverschuldeten amerikanischen Firmen in große Schwierigkeiten bringen.
Μια κάμψη θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα για τις υπερχρεωμένες αμερικανικές επιχειρήσεις.
-
οικονομική ύφεση
Eine passende Metapher für die weltweite Rezession, in der wir immer noch stecken.
Μια κατάλληλη παρομοίωση για την παγκόσμια οικονομική ύφεση στην οποία ακόμα βρισκόμαστε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Rezession " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate