Μετάφραση του "Rheumatismus" σε Ελληνικά
Οι ρευματισμοί, ρευματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rheumatismus" σε Ελληνικά.
Rheumatismus
noun
masculine
γραμματική
Krankheiten des rheumatischen Formenkreises (fachsprachlich)
-
ρευματισμοί
Die Inselbewohner gebrauchen es als Medizin gegen Kopfgrippe, Epilepsie, Lungenentzündung, Rheumatismus und eine Menge andere Krankheiten.
Οι νησιώτες το χρησιμοποιούν για να καταπολεμήσουν ασθένειες όπως είναι η ψύξις στο κεφάλι, η επιληψία, η πνευμονία, οι ρευματισμοί και ένα πλήθος άλλων ασθενειών.
-
ρευματισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Rheumatismus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη