Μετάφραση του "Rost" σε Ελληνικά

Οι σκουριά, Σκουριά, ράφι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rost" σε Ελληνικά.

Rost noun masculine γραμματική

Rötlich-braune Substanz, die an der Oberfläche von Eisen oder Stahl, die feuchter Luft oder Wasser ausgesetzt ist, eine Korrosionsschicht bildet.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκουριά

    noun feminine

    Rosten: σκουριάζω [..]

    Der Rost zersetzt das Eisen.

    Η σκουριά τρώει το σίδερο.

  • Σκουριά

    Rosten: σκουριάζω

    Der Rost zersetzt das Eisen.

    Η σκουριά τρώει το σίδερο.

  • ράφι

    Noun
  • σχάρα

    noun

    Auch wenn wir den Rost abnehmen können, passt da keiner von uns durch.

    Ακόμη και αν βγάλουμε τη σχάρα... δεν γίνεται να καταφέρει κάποιος από τους δυο μας να περάσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Rost"

Φράσεις παρόμοιες με "Rost" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη