Μετάφραση του "Rumpf" σε Ελληνικά

Οι κορμός, σκελετός, μπούστο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rumpf" σε Ελληνικά.

Rumpf noun masculine γραμματική

eines Flugzeuges [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορμός

    noun masculine

    Der Teil des Körpers vom Hals bis zur Leiste, ausschließlich des Kopfes und der Arme.

    Spannvorrichtung langsam lösen, bis der Rumpf von der Schwerkraft nach unten gezogen wird.

    Το στοιχείο τάσης χαλαρώνεται βαθμιαία έως ότου ο κορμός αρχίσει να πέφτει υπό την επίδραση του βάρους του.

  • σκελετός

    noun masculine

    Neuerdings stellt das Unternehmen Rümpfe und Gabelbäume auch selbst her.

    Τελευταία, η επιχείρηση κατασκευάζει και η ίδια σκελετούς και ράντες.

  • μπούστο

    noun neuter

    κορμός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άτρακτος
    • κύτος
    • σκάφος
    • αμάξωμα
    • σκαρί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rumpf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Rumpf"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rumpf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη