Μετάφραση του "Sakristei" σε Ελληνικά

Το σκευοφυλάκιο είναι η μετάφραση του "Sakristei" σε Ελληνικά.

Sakristei Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκευοφυλάκιο

    noun neuter

    Nebenraum, in dem aufbewahrt wird, was für den Gottesdienst benötigt wird

    Diese warmherzige Frau war für die Sakristei verantwortlich und war die Hauptstütze des Gemeindepriesters.

    Αυτή η εγκάρδια γυναίκα ήταν, επίσης, υπεύθυνη για το σκευοφυλάκιο της εκκλησίας, επειδή ήταν αυτή που κυρίως συνεισέφερε στον ιερέα της ενορίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sakristei " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sakristei"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sakristei" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη