Μετάφραση του "Salbe" σε Ελληνικά

Οι αλοιφή, έμπλαστρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Salbe" σε Ελληνικά.

Salbe noun Noun feminine γραμματική

Medizin für den externen Gebrauch

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλοιφή

    noun feminine

    Ich erinnere mich daran, dass er mir eine Salbe verschrieb, die wirklich geholfen hat.

    Απλά θυμάμαι ότι μου είχε γράψει μια αλοιφή που με βοήθησε πολύ.

  • έμπλαστρο

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Salbe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Salbe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλείφω · μυρώνω · χρίζω · χρίω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Salbe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη