Μετάφραση του "Salon" σε Ελληνικά
Οι σαλόνι, κομμωτήριο, σαλοτραπεζαρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Salon" σε Ελληνικά.
Salon
noun
masculine
γραμματική
gute Stube (umgangssprachlich) [..]
-
σαλόνι
noun neuterDann dauert es nicht mehr lange, wenn sie im Salon sind.
Τότε δεν θα αργήσουν αφότου πάνε στο σαλόνι.
-
κομμωτήριο
nounWann habe ich gesagt, dass ich einen eigenen Salon eröffnen möchte?
Σου είπα ποτέ μου πως θα ανοίξω το δικό μου κομμωτήριο?
-
σαλοτραπεζαρία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Salon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη