Μετάφραση του "Sammlung" σε Ελληνικά

Οι συλλογή, ανθολογία, Συλλογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sammlung" σε Ελληνικά.

Sammlung noun feminine γραμματική

Ansammlung (von) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλογή

    noun feminine

    Zusammenstellung von sorgfältig ausgewählten Objekten mit gemeinsamen Eigenschaften

    Bücher, die älter sind als 100 Jahre, als Einzelstücke oder Sammlung.

    Βιβλία ηλικίας άνω των 100 ετών, μεμονωμένα ή σε συλλογή.

  • ανθολογία

    noun feminine

    Und was soll ich mit deiner Def Leppard-Sammlung anfangen?

    Τι θα μπορούσα να θέλω από την ανθολογία σου των Ντεφ Λέπαρντ;

  • Συλλογή

    Betrifft: Sammlung von Altbatterien zum Zwecke der Entsorgung oder des Recyclings.

    Θέμα: Συλλογή χρησιμοποιημένων ηλεκτρικών στηλών (μπαταριών) για διάθεση ή ανακύκλωσή τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έρανος
    • αυτοσυγκέντρωση
    • απάνθισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sammlung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sammlung"

Φράσεις παρόμοιες με "Sammlung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sammlung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη