Μετάφραση του "Samurai" σε Ελληνικά

Οι σαμουράι, Σαμουράι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Samurai" σε Ελληνικά.

Samurai noun masculine γραμματική

urspr.: “Dienender” [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαμουράι

    noun masculine

    Sie müssen das wie ein richtiger Samurai binden.

    Θα πρέπει να το δέσεις σφιχτά, όπως ένας σωστός σαμουράι.

  • Σαμουράι

    masculine

    militärischer Adel des vorindustriellen Japan

    Mein verworrener Bruder, kreiere einen Samurai von einzigartiger Kraft.

    Ο στριμμένος αδελφός μου, μας δημιουργεί ένας Σαμουράι με την ακραία δύναμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Samurai " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Samurai"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Samurai" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη