Μετάφραση του "Sarkasmus" σε Ελληνικά

Το σαρκασμός είναι η μετάφραση του "Sarkasmus" σε Ελληνικά.

Sarkasmus noun masculine γραμματική

den Zeichen nach: Haut und Fleisch

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρκασμός

    noun masculine

    Und vor einer Jury wird Sarkasmus als behindernd angesehen.

    Και στους ενόρκους ο σαρκασμός φαίνεται ως παρεμπόδιση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sarkasmus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sarkasmus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη