Μετάφραση του "Sarkasmus" σε Ελληνικά
Το σαρκασμός είναι η μετάφραση του "Sarkasmus" σε Ελληνικά.
Sarkasmus
noun
masculine
γραμματική
den Zeichen nach: Haut und Fleisch
-
σαρκασμός
noun masculineUnd vor einer Jury wird Sarkasmus als behindernd angesehen.
Και στους ενόρκους ο σαρκασμός φαίνεται ως παρεμπόδιση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sarkasmus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη