Μετάφραση του "Sauberkeit" σε Ελληνικά

Οι καθαριότητα, υγεία, καθαρότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sauberkeit" σε Ελληνικά.

Sauberkeit noun Noun feminine γραμματική

Der Zustand sauber zu sein und gesunde Bedingungen zu erhalten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαριότητα

    noun

    Der Zustand sauber zu sein und gesunde Bedingungen zu erhalten.

    Es stellte sich heraus, dass richtige Sauberkeit nicht heißt, Bakterien sofort zu vernichten.

    Απ' ό,τι φαίνεται, η πραγματική καθαριότητα δεν είναι το να σκοτώνεις τα βακτήρια κατευθείαν.

  • υγεία

    noun

    Oft wird auch ein Mangel an Sauberkeit von den Mitgliedstaaten gemeldet, ein Umstand, der im Zusammenhang mit der Tiergesundheit Anlass zu erheblicher Sorge gibt.

    Η έλλειψη καθαριότητας των οχημάτων αναφέρεται συχνά από τα κράτη μέλη και δημιουργεί επίσης σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την υγεία των ζώων.

  • καθαρότητα

    Das Ziel besteht darin, unabhängig von der dafür angewandten Methode eine entsprechende Sauberkeit zu gewährleisten.

    Στόχος είναι να εξασφαλιστεί αυτή η κατάσταση καθαρότητας, ανεξαρτήτως της μεθόδου που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sauberkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sauberkeit"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sauberkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη