Μετάφραση του "Sauerstoff" σε Ελληνικά
Οι οξυγόνο, οξυγονο, οξυγόνο | το οξυγόνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sauerstoff" σε Ελληνικά.
Sauerstoff
noun
Noun
masculine
γραμματική
Gasförmiges chemisches Element mit dem Symbol O und der Ordnungszahl 8, notwendiges Element bei der Zellatmung und bei Verbrennungsprozessen, häufigstes Element der Erdkruste und mit einem Anteil von 20 Volumenprozent Bestandteil der Luft.
-
οξυγόνο
noun neuterχημικό στοιχείο με σύμβολο O και ατομικό αριθμό 8 [..]
Ohne Sauerstoff keine Verbrennung.
Το οξυγόνο είναι απαραίτητο για την καύση.
-
οξυγονο
Wie viel Sauerstoff passt in einen Sarg?
Ποσο οξυγονο μπορει να εχει ένα φερετρο;
-
οξυγόνο | το οξυγόνο
der Sauerstoff
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sauerstoff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Sauerstoff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαλυμένο οξυγόνο
-
υγρό οξυγόνο
-
αλλότροπα του οξυγόνου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη