Μετάφραση του "Schaufel" σε Ελληνικά

Οι κάδος, πτερύγιο, σέσουλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schaufel" σε Ελληνικά.

Schaufel noun Noun feminine γραμματική

Schüppe (regional) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάδος

    noun

    War die Schaufel leer, bevor Mr. Andujars Müll darin entleert wurde?

    'Ηταν άδειος ο κάδος πριν ρίξουν μέσα τα σκουπίδια του κ.'ντουχαρ;

  • πτερύγιο

    noun
  • σέσουλα

    Was würde man mit einer Schaufel aus diesem Haufen entnehmen?

    Τώρα, αν χώνατε μια σέσουλα μέσα σε αυτό το σωρό, τι νομίζετε ότι θα βγάζατε;

  • φτυάρι

    noun neuter

    Schäufelchen [..]

    Da ist eine Schaufel, wenn du helfen willst.

    Το φτυάρι είναι εκεί, αν θες να βοηθήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schaufel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

schaufel verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαράσι

    noun

    Ich hole eine Schaufel.

    Πάω να φέρω το φαράσι.

Εικόνες με "Schaufel"

Φράσεις παρόμοιες με "Schaufel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schaufel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη