Μετάφραση του "Schausteller" σε Ελληνικά

Το σόουμαν είναι η μετάφραση του "Schausteller" σε Ελληνικά.

Schausteller noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σόουμαν

    Berufsgruppe von Personen, die Jahrmarkts-, Volksfest- und Varieté-Attraktionen an wechselnden Orten anbieten

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schausteller " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schausteller" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη