Μετάφραση του "Scheibenbremse" σε Ελληνικά

Οι δισκόφρενο, Δισκόφρενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Scheibenbremse" σε Ελληνικά.

Scheibenbremse noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δισκόφρενο

    noun neuter

    Scheibenbremse(z. B. Anzahl und Durchmesser der Bremskolben, innenbelüftete oder unbelüftete Bremsscheibe

    Πέδη δίσκου (δισκόφρενο) (π.χ. αριθμός και διάμετρος εμβόλων πέδησης, δίσκος με αερισμό ή χωρίς

  • Δισκόφρενο

    Reibungsbremse

    Scheibenbremse(z. B. Anzahl und Durchmesser der Bremskolben, innenbelüftete oder unbelüftete Bremsscheibe

    Πέδη δίσκου (δισκόφρενο) (π.χ. αριθμός και διάμετρος εμβόλων πέδησης, δίσκος με αερισμό ή χωρίς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Scheibenbremse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Scheibenbremse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη