Μετάφραση του "Scheinwerfer" σε Ελληνικά

Το προβολέας είναι η μετάφραση του "Scheinwerfer" σε Ελληνικά.

Scheinwerfer noun masculine γραμματική

Scheinwerfer (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προβολέας

    noun masculine

    Fahrzeugscheinwerfer

    Der Scheinwerfer gilt als annehmbar, wenn Δr nicht mehr als 1,5 mrad beträgt.

    Ο προβολέας θεωρείται αποδεκτός εάν η τιμή Δr δεν υπερβαίνει 1,5 mrad.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Scheinwerfer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Scheinwerfer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Scheinwerfer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη