Μετάφραση του "Scheu" σε Ελληνικά

Οι ντροπή, συστολή, άγριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Scheu" σε Ελληνικά.

Scheu Noun γραμματική

Schiss (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντροπή

    noun

    Emily überwindet gerade ihre Scheu vor der Öffentlichkeit.

    Η Έμιλι προσπαθεί να ξεπεράσει τη ντροπή της για τη δημοσιότητα.

  • συστολή

    noun

    Wie können Schüchternheit oder Scheu sowie Furcht verdrängt werden?

    Πώς η δειλία ή η συστολή και ο φόβος μπορούν ν’ απομακρυνθούν;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Scheu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

scheu adjective Adjective γραμματική

verklemmt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγριος

    adjective
  • ντροπαλός

    adjective masculine

    Ich war schon immer sehr scheu, wenn es um Mädchen ging.

    Ήμουν πάντα πολύ ντροπαλός με τα κορίτσια.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Scheu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη