Μετάφραση του "Schmugglerin" σε Ελληνικά

Οι λαθρέμπορος, λαθρέμπορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schmugglerin" σε Ελληνικά.

Schmugglerin

Eine Frau, die importiert oder exportiert ohne die gesetzlich vorgeschriebenen Gebühren oder Zölle zu bezahlen. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαθρέμπορος

    noun masculine

    Ich bin Auktionärin, keine Schmugglerin.

    Εγώ είμαι δημοπράτης, όχι λαθρέμπορος.

  • λαθρέμπορας

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schmugglerin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schmugglerin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη