Μετάφραση του "Schnorren" σε Ελληνικά
Οι τράκα, επαιτώ, κάνω τράκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schnorren" σε Ελληνικά.
Schnorren
-
τράκα
Grauhaarig, buckelig, halbblind, von von Arthurs Jungs Kippen schnorrend.
Γκριζομάλλης, καμπούρης, μισότυφλος κάνοντας τράκα τσιγάρα από τα παιδιά του γραφείου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Schnorren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
schnorren
verb
γραμματική
um Geld anpumpen (umgangssprachlich)
-
επαιτώ
verb -
κάνω τράκα
Ich wollte'ne Kippe schnorren.
'Ηρθα να σου κάνω τράκα ένα τσιγάρο.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη