Μετάφραση του "Schornstein" σε Ελληνικά

Οι καπνοδόχος, φουγάρο, καπνοσωλήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schornstein" σε Ελληνικά.

Schornstein noun Noun masculine γραμματική

Rauchfang (österr.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνοδόχος

    noun feminine

    Schornstein“ eine Konstruktion, die einen oder mehrere Kanäle aufweist, über die Abgase in die Luft abgeleitet werden;

    «καπνοδόχος»: δομή που περιέχει έναν ή περισσότερους καπναγωγούς για την απόρριψη απαερίων στην ατμόσφαιρα,

  • φουγάρο

    noun neuter

    Unser Schornstein sitzt auf den Steinen und ragt nur mit der Spitze aus dem Wasser.

    Το φουγάρο θα κάτσει στις πέτρες έτσι ώστε να φαίνεται η κορυφή.

  • καπνοσωλήνας

    masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θημωνιά
    • στοίβα
    • σωρός
    • φρέαρ υψικαμίνου
    • Καπνοδόχος
    • καμινάδα
    • τζάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schornstein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

schornstein
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καμινάδα

    noun feminine

    Wenn sie unfreundlich sind, deckst du den Schornstein ab.

    Αν δεν είναι φιλικοί, θα σου κάνω σήμα να κλείσεις την καμινάδα.

Εικόνες με "Schornstein"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schornstein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη