Μετάφραση του "Schwimmen" σε Ελληνικά
Οι κολύμβηση, Κολύμβηση, επίπλευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schwimmen" σε Ελληνικά.
-
κολύμβηση
noun feminineIch ruinierte meine Schultern beim Schwimmen in der High School.
Κατέστρεψα τους ώμους μου στην κολύμβηση στο Λύκειο.
-
Κολύμβηση
αυτοπρόωση ενός ατόμου μέσω του νερού ή άλλων υγρών
Ich ruinierte meine Schultern beim Schwimmen in der High School.
Κατέστρεψα τους ώμους μου στην κολύμβηση στο Λύκειο.
-
επίπλευση
Schwimmend am Kai und im Schwimmdock
Σε επίπλευση στην περιοχή της προκυμαίας και στην πλωτή δεξαμενή
-
κολύμπι
Schwimmen ist gut für die Gesundheit.
Το κολύμπι κάνει καλό στην υγεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Schwimmen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
rinnen (Jägersprache) (fachsprachlich)
-
κολυμπώ
verbSie sollten erst mal ein bisschen Tennis spielen, schwimmen und fischen gehen.
Μπορείτε να παίξετε λίγο τένις, να κολυμπήσετε, να ψαρέψετε.
-
κολυμπάω
verbIch schwimme nicht sehr gut.
Δεν κολυμπάω πολύ καλά.
-
επιπλέω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πλέω
- κολυμβώ
Εικόνες με "Schwimmen"
Φράσεις παρόμοιες με "Schwimmen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περασμένα ξεχασμένα
-
πάω για μπάνιο · πάω κολύμπι
-
σπόγγος
-
οι καρχαρίες κολυμπούν με το που γεννιούνται
-
Σπόγγοι
-
μούχλα · σπόγγος · σφουγγάρι
-
περασμένα ξεχασμένα!