Μετάφραση του "Seefahrer" σε Ελληνικά
Οι θαλασσοπόρος, ναύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Seefahrer" σε Ελληνικά.
Seefahrer
noun
Noun
masculine
γραμματική
Seebär (humor.) (umgangssprachlich)
-
θαλασσοπόρος
Einige der frühen Seefahrer befürchteten sogar, über die Kante der flachen Erde hinauszusegeln.
Μερικοί από τους πρώτους θαλασσοπόρους φοβούνταν μάλιστα μήπως πλεύσουν έξω από την άκρη της επίπεδης γης.
-
ναύτης
noun masculineEr ist Seefahrer... und bleibt lieber allein.
Είναι ναύτης και προτιμά να είναι μόνος του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Seefahrer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Seefahrer"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη