Μετάφραση του "Segelschiff" σε Ελληνικά

Οι ιστιοφόρο, Ιστιοφόρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Segelschiff" σε Ελληνικά.

Segelschiff noun neuter γραμματική

SS (abgekürzt) (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιστιοφόρο

    noun neuter

    Ob Schlepper, Vergnügungsboot oder Segelschiff, alle Augen folgen ihnen.

    Είτε πρόκειται για ρυμουλκό είτε για κρουαζιερόπλοιο είτε για ιστιοφόρο, όλα τα μάτια ακολουθούν τη διέλευση του σκάφους.

  • Ιστιοφόρο

    ein Schiff, das durch Windkraft angetrieben wird

    Ob Schlepper, Vergnügungsboot oder Segelschiff, alle Augen folgen ihnen.

    Είτε πρόκειται για ρυμουλκό είτε για κρουαζιερόπλοιο είτε για ιστιοφόρο, όλα τα μάτια ακολουθούν τη διέλευση του σκάφους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Segelschiff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Segelschiff"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Segelschiff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη