Μετάφραση του "Sein" σε Ελληνικά

Οι ύπαρξη, είναι, ον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sein" σε Ελληνικά.

Sein noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύπαρξη

    noun feminine

    a) nachweist, dass ein Vertrag über die Lieferung der Waren besteht, und

    α) αποδεικνύει την ύπαρξη συμβάσεως που αφορά την προμήθεια των εμπορευμάτων· και

  • είναι

    verb

    Tom ist der Einzige, der dir jetzt noch helfen kann.

    Ο Θωμάς είναι το μόνο άτομο που μπορεί να σε βοηθήσει τώρα.

  • ον

    noun

    ευρεία έννοια που περικλείει αντικειμενικά και υποκειμενικά χαρακτηριστικά της πραγματικότητας και της ύπαρξης

    Ich habe ihn für deinen Bruder gehalten.

    Tον πέρασα για τον αδελφό σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sein verb γραμματική

geben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • είμαι

    verb

    είμαι

    Tom ist der Einzige, der dir jetzt noch helfen kann.

    Ο Θωμάς είναι το μόνο άτομο που μπορεί να σε βοηθήσει τώρα.

  • του

    pronoun masculine

    Seitdem er weg ist, hat er mir nur einmal geschrieben.

    Aπό τότε που έφυγε, μου έγραψε μόνο μια φορά.

  • έχω

    verb

    Niemand weiß, was in seinem Schicksal geschrieben steht.

    Kανείς δεν ξέρει τι του έχει γράψει η μοίρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπάρχω
    • ίσον
    • έχει
    • έχω όρεξη
    • βρίσκομαι
    • διατελώ
    • κάνει
    • μπορεί
    • πρέπει
    • συμβαίνει, γίνεται
    • υφίσταμαι
    • μπορώ
    • ψήνομαι
    • έχω ύψος
    • δικό του
    • είναι

Εικόνες με "Sein"

Φράσεις παρόμοιες με "Sein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη