Μετάφραση του "Seismograf" σε Ελληνικά

Το σεισμογράφος είναι η μετάφραση του "Seismograf" σε Ελληνικά.

Seismograf noun Noun masculine γραμματική

Wissenschaftliches Instrument, das Vibrationen (seismische Wellen) von Erdbeben erkennt und aufzeichnet.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεισμογράφος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Seismograf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Seismograf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη