Μετάφραση του "Siedlung" σε Ελληνικά

Οι συνοικία, οικισμός, αποικισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Siedlung" σε Ελληνικά.

Siedlung noun Noun feminine γραμματική

Großstädte, Städte, Dörfer und andere Konzentrationen menschlicher Bevölkerung, die einen gegebenen Teil oder ein gegebenes Gebiet der Umgebung bewohnen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνοικία

    noun feminine

    Wir werden mit der verdammten Siedlung endlich aufräumen.

    Θα έρθουμε σ'αυτή τη συνοικία για επιχείρηση σκούπα.

  • οικισμός

    noun masculine

    γενικός όρος που περιγράφει μία μόνιμη ή προσωρινή κοινότητα στην οποία κατοικούν στο παρόν ή κατοικούσαν στο παρελθόν άνθρωποι

    Da muss hier irgendwo eine Siedlung der Lenape sein und es muss irgendwo sein, wo es sicher ist.

    Πρέπει να υπάρχει ένας οικισμός Ιθαγενών κάπου εδώ και πρέπει να είναι σε ασφαλές μέρος.

  • αποικισμός

    noun masculine

    Die bereits bestehende Siedlung war klein, unorganisiert und geschwächt.

    Ο υπάρχων αποικισμός ήταν μικρός, ανοργάνωτος και άρχιζε να εξασθενεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνοικισμός
    • οικισμός ανθρώπων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Siedlung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Siedlung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Siedlung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη