Μετάφραση του "Sinn" σε Ελληνικά

Οι νόημα, αίσθηση, νους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sinn" σε Ελληνικά.

Sinn noun masculine γραμματική

Eine natürliche Wertschätzung oder Fähigkeit. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόημα

    noun neuter

    Traditionen ergeben gar keinen Sinn mehr.

    Οι παραδόσεις πλέον δεν έχουν κανέναν νόημα.

  • αίσθηση

    noun feminine

    Er hat Sinn für Humor.

    Αυτός έχει αίσθηση του χιούμορ.

  • νους

    noun masculine

    Wenn sie sich zu ihm hingezogen fühlt, beginnen Herz und Sinn sofort zu überlegen.

    Αν αυτή ελκυσθή προς αυτόν, αμέσως ο νους και η καρδιά αρχίζουν τους διαλογισμούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκοπός
    • έννοια
    • μυαλό
    • Αίσθηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sinn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sinn verb
+ Προσθήκη

"sinn" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το sinn στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Sinn"

Φράσεις παρόμοιες με "Sinn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sinn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη