Μετάφραση του "Sklave" σε Ελληνικά

Οι σκλάβος, δούλος, ανδράποδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sklave" σε Ελληνικά.

Sklave noun masculine γραμματική

Trabant (abwertend) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκλάβος

    noun masculine

    άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση σκλαβιάς (για χρήση σε ανθρώπους με κατάσταση κοινωνικής τάξης P3716)

    Wer von seinem Tag nicht zwei Drittel für sich selbst hat, ist ein Sklave.

    Όποιος δεν διαθέτει τα δύο τρίτα της μέρας του για τον εαυτό του, είναι ένας σκλάβος.

  • δούλος

    noun masculine

    Person, die Besitz einer anderen Personen ist und für diese unentgeltlich arbeiten muß.

    Der verantwortungslose Sklave hingegen wurde als „böse“, „träge“ und „unnütz“ verurteilt.

    Ο δούλος που χειρίστηκε ανεύθυνα αυτό που του εμπιστεύτηκε ο κύριος κρίθηκε ως “πονηρός”, “οκνηρός” και “άχρηστος”.

  • ανδράποδο

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δουλοπάροικος
    • σκλάβα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sklave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sklave"

Φράσεις παρόμοιες με "Sklave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sklave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη